
Ο άνθρωπος εχθρός του
ανθρώπου. Εκεί φτάσαμε. Ξεχάσαμε τα
πάντα. Ό,τι όμορφο ονειρευόμασταν παιδιά.
Και να ’σου τώρα αμέτρητα πτώματα να
περιμένουν σε ένα ψυγείο στην ουρά για να θαφτούν. Και συγγενείς να στέκουν
δίπλα τους και να μοιρολογούν μέσα στο κρύο. Ακόμα κι εκεί να μην ησυχάζει ο δόλιος
ο νεκρός, η ψυχή του να μη βρίσκει ούτε εκεί παρηγοριά. Αυτός, που τόλμησε να
ονειρευτεί, πως θα μπορούσε κάπως να φτιάξει τη μοίρα του ακολουθώντας το
ταξίδι της προσφυγιάς. Κι εκεί που στέκει και πλανάται, ζητώντας λίγο χώμα να θαφτεί,
να βλέπει από ψηλά εκείνους, που απ’ τη μια στιγμή στην άλλη σέρνονται
αιματοβαμμένοι σε γκλαμουράτες γειτονιές κι εκείνους, που τόσο άδικα τους
στέρησε η μοίρα μια μπουκιά, μια αγκαλιά, μια συντροφιά. Όλοι στο ίδιο το καζάνι,
πλούσιοι, φτωχοί, μαύροι και λευκοί. Δε ξεχωρίζει τους ανθρώπους η μαύρη μοίρα.
Κι αν σου χτυπήσει την πόρτα ξαφνικά, πονάει ο χαμός σου και κραυγάζει. Σουβλιές
που καίν τα σωθικά εκείνων, που κάθε χάραμα βάφουν το βλέμμα τους με αίμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου