katarraktisvillage

Δρ Ελένη Ράπτη : Ο διάλογος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Είναι και επίτιμος δημότης Χίου!

Δρ Ελένη Ράπτη: Ο διάλογος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν

Η Ελένη Ράπτη είναι αρχαιολόγος και ιστορικός. Μεγάλωσε στον Τύρναβο Λάρισας, έναν τόπο γεμάτο ιστορική μνήμη και ζωντανές παραδόσεις, μέσα σε μια οικογένεια που της έμαθε ότι ο σεβασμός, η καλοσύνη και η προσφορά είναι τρόπος ζωής.

«Εθνικός Κήρυκας»: Τι αξίες και κατευθύνσεις σας έδωσαν οι γονείς σας;

Δρ Ελένη Ράπτη: Οι γονείς μου και η Πόντια γιαγιά μου με μεγάλωσαν με αξίες όπως η ενσυναίσθηση, η ευθύνη και η αξιοπρέπεια. Ο πατέρας μου, με τη σιωπηλή του προτροπή για οικονομική ανεξαρτησία, με δίδαξε ότι η ελευθερία προϋποθέτει αυτονομία, ενώ η μητέρα μου παραμένει σταθερά δίπλα μου, στηρίζοντας κάθε μου βήμα και όνειρο. Η ενασχόλησή μου με την Ιστορία διαμορφώθηκε από τις αφηγήσεις και τη συλλογική μνήμη του Σμυρνιού παππού μου, οι οποίες με οδήγησαν στη συγγραφή βιβλίου για τη Σμύρνη, αφιερωμένου στη μνήμη του.

Οι σπουδές μου στην Ιστορία και την Αρχαιολογία αποτέλεσαν φυσική συνέχεια αυτής της πορείας, ενώ η βιωματική σχέση της τοπικής κοινωνίας του Τυρνάβου με τη γη, το αμπέλι και τον οίνο επηρέασε καθοριστικά τη διαμόρφωση της διατριβής μου, με ειδίκευση στους ρωμαϊκούς αμφορείς της Δήλου και το εμπόριο οίνου στην αρχαιότητα.



Η Ελένη Ράπτη με τη μητέρα της Πελαγία Σαλτζίδη-Ράπτη στην κατάθεση στεφάνων στο Δήμο Βύρωνα στις 28 Οκτωβρίου 2025.

Εργάζομαι στο υπουργείο Πολιτισμού, στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων, και η επαγγελματική και ερευνητική μου πορεία επικεντρώνεται στην πολιτισμική μνήμη, τη διεθνή συνεργασία και την κοινωνική προσφορά. Συμμετέχω ενεργά σε επιστημονικά και πολιτιστικά σωματεία και έχω τιμηθεί ως επίτιμη δημότης Χίου και Οινουσσών.

Το συγγραφικό μου έργο περιλαμβάνει επιστημονικές δημοσιεύσεις σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, ενώ πρόσφατα εξέδωσα το βιβλίο μου για τη Σμύρνη, μια πράξη ευγνωμοσύνης προς τους ανθρώπους και τους τόπους που μας διαμόρφωσαν ως φόρο τιμής στη μνήμη, την παιδεία και τη συνέχεια του Ελληνισμού.

«Ε.Κ.»: Μιλήστε μας για το βιβλίο σας.

Δρ Ελένη Ράπτη: Το βιβλίο μου «Σμύρνη. Το καύχημα της Ιωνίας. Η εκπαίδευση των Ελλήνων», αποτελεί μια τεκμηριωμένη μελέτη για τον ρόλο της παιδείας στη διαμόρφωση της ταυτότητας του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Το αφιέρωσα στη μνήμη του προπάππου μου, Σάββα Παπάζογλου-Σαλτζίδη, προέδρου της ευρύτερης περιοχής της Σμυρναϊκής Κοινότητας και γιου ιερέα.

Μέσα από πλούσιο αρχειακό υλικό, η Σμύρνη αναδεικνύεται όχι μόνο ως κορυφαίο οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο, αλλά και ως φάρος παιδείας και πνευματικής ακμής. Κεντρική θέση κατέχει η ίδρυση της Ευαγγελικής Σχολής, με σπουδαίους δασκάλους και μαθητές -ανάμεσά τους και ο Αριστοτέλης Ωνάσης- καθώς και η λειτουργία του Φιλολογικού Γυμνασίου, όπου δίδαξαν εξέχουσες μορφές του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, όπως ο Κωνσταντίνος Κούμας από τη Λάρισα και ο Κων/νος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων από την Τσαριτσάνη.


Η Ελένη Ράπτη με την αντιπρύτανη Ακαδημαϊκών, Διεθνών Σχέσεων και Εξωστρέφειας του ΕΚΠΑ, Σοφία Παπαϊωάννου, στο Ιδρυμα Μαρία Τσάκος στο πλαίσιο ομιλίας μου για την εκπαίδευση στη Σμύρνη, 2023.

Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στην εκπαίδευση των κοριτσιών μέσω των Παρθεναγωγείων, που άνοιξαν τον δρόμο για τη γυναικεία μόρφωση και νέους κοινωνικούς ρόλους. Απόρροια αυτής της λαμπρής πνευματικής πορείας ήταν η απόφαση της ίδρυσης του Ελληνικού Πανεπιστημίου της Σμύρνης υπό τη διεύθυνση του διάσημου καθηγητή Κ. Καραθεοδωρή, που όμως δεν πρόλαβε να λειτουργήσει, καθώς λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής το 1922 το «φως εξ Ανατολών» έσβησε οριστικά.

Τα εκπαιδευτικά αυτά ιδρύματα υπήρξαν καθοριστικά για τη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας και την καλλιέργεια πνευματικών αξιών.

Το βιβλίο προσεγγίζει την παιδεία ως φορέα αξιών και ιστορικής συνέχειας, χωρίς νοσταλγική εξιδανίκευση, και απευθύνεται σε κάθε αναγνώστη που ενδιαφέρεται για τη σχέση παιδείας, πολιτισμού και ταυτότητας.

«Ε.Κ.»: Ποια είναι η σχέση σας με την Τέχνη και γενικότερα τον Πολιτισμό;

Δρ Ελένη Ράπτη: Η σχέση μου με την Τέχνη και τον Πολιτισμό είναι βαθιά προσωπική. Είναι ένας εσωτερικός τόπος επιστροφής, αλλά και ένας τρόπος να ανοίγω συνεχώς παράθυρα προς τον κόσμο. Μέσα από τη Λογοτεχνία έμαθα να παρατηρώ τον χρόνο και την ανθρώπινη μοίρα με μεγαλύτερη ευαισθησία, συνομιλώ με τη στοχαστική καθαρότητα του Καβάφη, το φως και τη μεταφυσική διάσταση του Ελύτη, τη σιωπή και την αγωνία του Σεφέρη. Οι λέξεις τους λειτουργούν για μένα σαν πυξίδα.



Η Ελένη Ράπτη Με τον π. πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, Σταμάτη Κριμιζή, κατά τη διάρκεια της ομιλίας μου για τον Ερνέστο Τσίλλερ, τον Μάρτιο του 2024.

Η Αρχαιολογία και η Αρχιτεκτονική δεν ήταν ποτέ απλώς επιστημονικά αντικείμενα, ήταν τρόποι να κατανοήσω τον εαυτό μου μέσα στον χρόνο. Ο Ερνέστος Τσίλλερ αποτελεί μια σταθερή αναφορά στη διαδρομή μου. Τα κτίριά του τα περπάτησα, τα παρατήρησα, τα άφησα να μου μιλήσουν, μέσα τους αναγνώρισα μια αυστηρή ομορφιά και μια διακριτική ευγένεια που με συγκινούν βαθιά. Η στιγμή που μίλησα στην Ακαδημία Αθηνών το 2024 για το έργο του είχε για μένα τον χαρακτήρα μιας προσωπικής κατάθεσης.

Παράλληλα, η ενασχόλησή μου με την Αρχαιολογία -μέσα από τη μελέτη των μεγάλων ανασκαφών του Σλήμαν, του Εβανς, του Ρένφριου, του Τσούντα και του Ανδρόνικου, αλλά και μέσα από τη δική μου συμμετοχή σε ανασκαφές στη Δήλο, στη Φτελιά Μυκόνου, στο Ακραίφνιο κ.α.- μου αποκάλυψε όχι μόνο θαμμένους κόσμους, αλλά και τρόπους κατανόησης της μνήμης, της ιστορικής συνέχειας και του ανθρώπου.

Η έκθεση «Sight» του Antony Gormley που πραγματοποιήθηκε στη Δήλο το 2019, ήταν η στιγμή που η σχέση μου με την Τέχνη απέκτησε νέο βάθος. Από εκεί ξεκίνησε η έμπνευσή μου για το μεταπτυχιακό στην Εκπαίδευση και τον Πολιτισμό, εστιάζοντας στις εκθέσεις Αρχαίας και Σύγχρονης Τέχνης. Εκεί συνειδητοποίησα πόσο ουσιαστικός μπορεί να είναι ο διάλογος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, όταν γίνεται με μέτρο, τόλμη και απόλυτο σεβασμό στα αρχαία αντικείμενα. Πιστεύω βαθιά σε εκθέσεις όπου η Σύγχρονη Τέχνη δεν επισκιάζει την Αρχαία, αλλά της δίνει χώρο να αναπνεύσει – και το αντίστροφο.



Η Ελένη Ράπτη Στο ξενοδοχείο «Saint George Lycabettus Athens», με την αγαπημένη φίλη Κατερίνα Πλουμιδάκη και την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, Ειρήνη Βασιλοπούλου, Δεκέμβριος 2025.

Μια καλή παράσταση, ένας χώρος που σέβεται το φως και την αναλογία, ή ένα αρχαιολογικό εύρημα που κουβαλά αιώνες σιωπής, με αποσυμπιέζουν και με αφυπνίζουν ταυτόχρονα. Η Τέχνη, για μένα, δεν είναι πολυτέλεια ούτε στολίδι, είναι αναπνοή, στάση ζωής, τρόπος ύπαρξης και κατανόησης του κόσμου.

«Ε.Κ.»: Ποιες είναι οι ηθικές βάσεις της κοινωνίας μας; Τηρούνται; Υπάρχουν προβλήματα στη δουλειά σας και στο επάγγελμα του αρχαιολόγου;

Δρ Ελένη Ράπτη: Ζούμε σε μια εποχή έντονων κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών, όπου η έμφαση στην υλική επιτυχία και η τεχνολογική πρόοδος συχνά απομακρύνουν τον άνθρωπο από θεμελιώδεις αξίες, όπως η καλοσύνη, η εντιμότητα, η αλληλεγγύη και ο σεβασμός. Η ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων και η διαχείριση της συλλογικής μνήμης αποτελούν κριτήρια ηθικής μιας κοινωνίας, ενώ η παιδεία δεν είναι μόνο μετάδοση γνώσεων, αλλά καλλιέργεια χαρακτήρα και κοινωνικής συνείδησης.

Στην Αρχαιολογία, αυτές οι αρχές γίνονται ακόμη πιο εμφανείς: η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς απαιτεί επιστημονική τεκμηρίωση, σεβασμό προς το παρελθόν και υπευθυνότητα απέναντι στις επόμενες γενιές. Η διατήρηση της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς σε συνάρτηση με τη φροντίδα της υλικής, απαιτούν ισότιμη φροντίδα, καθώς μαζί στηρίζουν τη βιώσιμη πρόοδο και τη συνοχή της κοινωνίας.

Η ηθική μιας κοινωνίας, ίσως, κρίνεται καθημερινά σε αυτές τις επιλογές: στην προτεραιότητα που δίνεται στην ακεραιότητα, την ευθύνη και το κοινό καλό έναντι της ευκολίας και της ταχύτητας.

«Ε.Κ.»: Ποια είναι η αντιμετώπιση της ζωής σας από τα μαθήματα που διδαχτήκατε έως τώρα;

Δρ Ελένη Ράπτη: Μη λες ότι δεν μπορείς, πίστεψε ότι μπορείς, και μόνο προσπαθώντας θα μάθεις τι μπορείς πραγματικά να πετύχεις. Η αμφιβολία συχνά λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Η προσπάθεια, ακόμη κι όταν δεν οδηγεί άμεσα στην επιτυχία, προσφέρει γνώση, εμπειρία και ουσιαστική αυτογνωσία. Η πίστη στον εαυτό μας δεν προϋποθέτει άγνοια των δυσκολιών, αλλά μια στάση ρεαλιστικής αισιοδοξίας και διαρκούς διάθεσης για αγώνα.



Υ.Γ Ελένη Ράπτη : Aρχαιολόγος της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του ΥΠΠΟΑ 


Share:

Οι ανέγγιχτοι"€€$$&&@@

 "Η πρώτη εικόνα αναφέρεται στην παιδοφιλία στο Βατικανό.

Η δεύτερη εικόνα αναφέρεται στη σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών στην Ταϊλάνδη από "τουρίστες".

Η τρίτη αναφέρεται στον πόλεμο στη Συρία.

Η τέταρτη εικόνα αναφέρεται στη διακίνηση οργάνων στη μαύρη αγορά, όπου τα περισσότερα θύματα είναι παιδιά από φτωχές χώρες.

Η πέμπτη αναφέρεται στην ελεύθερη οπλοχρησία στις ΗΠΑ.

Η έκτη εικόνα αναφέρεται στην παχυσαρκία, κατηγορώντας τις μεγάλες εταιρείες τροφίμων.

Η σειρά που παρήγαγε ο Κουβανός καλλιτέχνης Εrik Ravelo είχε τίτλο "Οι ανέγγιχτοι".

Είναι φωτογραφίες παιδιών που σταυρώνονται καθημερινά από ανέγγιχτους και συχνά θεσμικούς θύτες...

Η Ανάσταση και η Λύτρωσή τους παραμένει μια διαρκής πρόκληση για τον σύγχρονο κόσμο."

Το μεγαλείο όμως το αληθινό μεγαλείο παιδιά δεν μετριέται από το χειροκρότημα που ακούς, αλλά από το να βοηθάς έστω ένα ανθρώπινο μαρτύριο να περάσει.

Να έχεις γεμάτο και καθαρό βλέμμα, δεν αξίζει να σπαταλάς το χρόνο σου για τίποτα λιγότερο. 

Share:

Μην τα βάζεις με κάποιον που έχει περάσει τα πενήντα.

Μην τα βάζεις με κάποιον που έχει περάσει τα πενήντα. 


Δεν είναι απλώς άλλη γενιά είναι επιζώντες.

Σκληροί σαν μπαγιάτικο ψωμί, γρήγοροι σαν την παντόφλα της γιαγιάς,

εκείνης που πετούσε με ακρίβεια λέιζερ.


Στα 5 τους καταλάβαιναν τη διάθεση της μάνας από τον ήχο του καπακιού στην κατσαρόλα.

Στα 7 είχαν τα κλειδιά του σπιτιού και οδηγίες:

«Έχει φαγητό στο ψυγείο. Ζέστανέ το, αλλά πρόσεχε να μην τα χύσεις όλα.»


Στα 9 μαγείρευαν μακαρονάδα για τα αδέλφια.

Στα 10 ήξεραν να κλείνουν το νερό και να ξεφεύγουν από τον σκύλο του γείτονα με κουβά στο κεφάλι.

Ήταν όλη μέρα έξω, χωρίς κινητό,

με πρόγραμμα: κρυφτό, χωράφι, ποδήλατο, επιστροφή με το σκοτάδι.

Τα γόνατά τους, γεμάτα πληγές και σημάδια χάρτης περιπέτειας.


Κι όμως, επέζησαν.

Οι γρατζουνιές γιατρεύονταν με σάλιο ή ένα φύλλο πλατανόφυλλο.

Και όταν γκρίνιαζαν, η απάντηση ήταν:

«Αν δεν έχει αίμα, δεν είναι τίποτα.»


Έτρωγαν ψωμί με ζάχαρη ή με λάδι.

Έπιναν από το λάστιχο του κήπου 

ανοσία που σήμερα θα γινόταν μελέτη.

Αν είχαν αλλεργίες, κανείς δεν ασχολούνταν.


Ξέρουν πώς να βγάλουν λεκέδες από χόρτα, σάλτσα, μελάνι ή σκουριά.

Γιατί δεν έβγαινες έξω όπως κι όπως, ούτε για παιχνίδι.


Έχουν ζήσει πράγματα που μοιάζουν προϊστορικά:


– Ραδιόφωνο με κουμπί,

– Τηλεόραση ασπρόμαυρη,

– Πικάπ και δίσκοι βινυλίου,

– Κασετόφωνο, walkman, CD…

Και τώρα ακούν χιλιάδες τραγούδια από το κινητό,

αλλά νοσταλγούν τον ήχο της κασέτας που “έπαιρνε μπρος” με ένα στυλό.


Με το δίπλωμα οδήγησης στα χέρια, διέσχιζαν την Ελλάδα με Fiat 127:

χωρίς κλιματιστικό, χωρίς GPS, χωρίς ξενοδοχεία.

Μόνο με χάρτη της Shell και ένα τοστ τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο.


Έφταναν πάντα.

Χωρίς Google Translate. Με χαμόγελο και λίγες λέξεις σε ντοπιολαλιά.


Είναι η τελευταία γενιά που μεγάλωσε χωρίς ίντερνετ,

χωρίς powerbank,

χωρίς άγχος μπαταρίας 2%.


Θυμούνται το τηλέφωνο με το καντράν στον διάδρομο,

τα τετράδια συνταγών με χειρόγραφα,

και τα γενέθλια σημειωμένα στον τοίχο της κουζίνας.


Ξέρουν να φτιάχνουν τα πάντα με σελοτέιπ, παραμάνα ή μανταλάκι.

Είχαν 1 κανάλι στην TV (μετά 2), και δεν βαριούνταν ποτέ.

Ξεφύλλιζαν τον τηλεφωνικό κατάλογο όχι τις ειδοποιήσεις.

Και μια αναπάντητη σήμαινε μόνο: «Σε σκέφτηκα.»


Είναι διαφορετικοί.

Έχουν συναισθηματικό αμίαντο,

αντισώματα από τον δρόμο, το κρύο και το λίγο ζάχαρο.

Αντανακλαστικά… νίντζα του παλιού κόσμου.


Μην υποτιμάς έναν 50άρη ή έναν 60άρη.

Έχει δει περισσότερα απ’ όσα έχεις ανεβάσει στο cloud.

Και στην τσέπη του, υπάρχει πάντα μια καραμέλα μέντα,

«για ώρα ανάγκης».


Επέζησε από παιδική ηλικία χωρίς παιδικό κάθισμα, κράνος ή αντηλιακό.

Από σχολείο χωρίς υπολογιστή, χωρίς πίνακα αφής.

Από νιότη χωρίς social, χωρίς φίλτρα, χωρίς selfie.


Δεν ψάχνει απαντήσεις στο Google. Εμπιστεύεται το ένστικτό του.

Και έχει περισσότερες αναμνήσεις απ’ ό,τι εσύ έχεις φωτογραφίες.


Και ξέρεις τι άλλο;

Έχουν ζήσει...

ΧΟΥΝΤΑ 

ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ 

ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΔΕΣ 

ΤΣΙΠΡΑ

ΜΝΗΜΟΝΙΑ 

ΠΑΝΔΗΜΙΑ...


ΘΑ ΣΕΒΕΣΤΕ


…και έχουν επιβιώσει.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!! 52 ΣΤΑ 53 ΣΕ ΕΝΑ ΜΗΝΑ!!

Share:

Μπισκότα με Μαστίχα ! Γλύκισμα & Υγεία!

Εαν θέλετε κάτι διαφορετικό για τις γιορτές όπου θα έχετε και γλύκισμα και καλή υγεία μια είναι η συνταγή!!

 Τα μπισκότα δεν λείπουν ποτέ από το σπίτι που υπάρχουν παιδιά καθώς είναι μια γλυκιά επιλογή για όλες τις ώρες της ημέρας. Θα τα βρείτε σε μεγάλη ποικιλία γεύσεων και γεμίσεων που θα ικανοποιήσουν κάθε γούστο.


Σήμερα σκεφθήκαμε τη λύση της μαστίχας, που εκτός από την ωραία φυσική της γεύση και φρεσκάδα που αποδίδει, έχει σημαντικά αποτελέσματα στην προστασία και στη διατήρηση της υγείας μας, μέσω ποικίλων επιδράσεων στον οργανισμό μας.

Η μαστίχα χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα ως φάρμακο για τις διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος.

Μεγάλος αριθμός μελετών αποδεικνύει τις ευεργετικές επιδράσεις της στο πεπτικό σύστημα.

 Φαίνεται να παρουσιάζει προστατευτική δράση στην καρδιά και στα αγγεία, καθώς μελέτες1011 δείχνουν ότι η κατανάλωσή της μειώνει τα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης, της LDL («κακής») χοληστερόλης, της λιποπρωτεΐνης α. ενώ παράλληλα προστατεύει καθολικά την LDL χοληστερόλη από οξείδωση (μια διαδικασία που βάζει τον θεμέλιο λίθο για τη δημιουργία αθηρωματικής πλάκας στα αγγεία).

Υλικά:

600γρ αλεύρι
200γρ Βιτάμ
1 κουταλάκι του γλυκού



 μπέικιν πάουντερ
200γρ άχνη ζάχαρη
3 αυγά
15γρ μαστίχα σε σκόνη
130γρ γάλα

Εκτέλεση:

Χτυπάμε στο μίξερ το Βιτάμ με την άχνη μέχρι να αφρατέψει. Ρίχνουμε ένα ένα τα αυγά τη μαστίχα και το γάλα.Σταματάμε το χτύπημα και ενσωματώνουμε το αλεύρι και το μπέικιν. Τυλίγουμε σε μεμβράνη τη ζύμη και αφήνουμε στο ψυγείο για μισή ώρα. Πλάθουμε τα μπισκότα και αλείφουμε την επιφάνεια τους με λίγο αυγό.Τα ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180°C για μισή ώρα περίπου.


Share:

ΕΚΤΟΣ ΕΝΤΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑ . . . Μελομακαρονίαση έχετε δυστυχώς

Το τεστ γεύσης και όσφρησης μου είπε ο γιατρός

να κάνω καθημερινά σπίτι ανελλιπώς

κι  αν αισθανθώ παράξενα να του τηλεφωνήσω

συμπτώματα και τα λοιπά για να του εξηγήσω.

Κι εγώ που είμαι υπάκουος πάντα εις τον γιατρό μου


σ'  ότι μου πει κάθε φορά, πάντα για το καλό μου, αμέσως προμηθεύτηκα και λόγω εορτών,

«λίγα» μελομακάρονα, περίπου ένα  βουνό . . .και κάθε λίγο έπαιρνα ένα να το μυρίσω

μοσχοβολούσε τ΄ άτιμο και για να προχωρήσω να δω αν και η γεύση μου θα ανταποκρινόταν

αμέσως το χλαπάκιαζα, εξάλλου δεν γινόταν να κάνω διαφορετικά καθότι γλυκατζούρης

ίσως απ΄τα πολλά γλυκά να ‘μαι τόσο γλυκούλης.

Το τεστ επαναλήφθηκε περίπου δέκα μέρες συνολικά χλαπάκιασα αμέτρητες πιατέλες

με άριστη την όσφρηση και τέλεια την γεύση, πολύ σωστό  βρήκα το τεστ κι άρχισε να μ’ αρέσει

μα  ξάφνου  ένα μπούκωμα  ένοιωσα στο στομάχι που έφθανε μέχρι ψηλά περίπου σαν στηθάγχη

 μπορεί να ‘  χα και δέκατα, με πιάνει πανικός, ανάστατος τηλεφωνώ έρχεται ο γιατρός

κι  αφού με θερμομέτρησε, πήρε την πίεση μου, εξέτασε την γεύση μου μα και την όσφρησή μου,

εγώ να τρέμω σύγκορμος μην είμαι θετικός τον ρώτησα δειλά – δειλά : « ο  κορονοϊός?»

-«Μελομακαρονίαση  έχετε δυστυχώς

το ξέρω θα με κράξετε «Εμμέτρως  πλην  σαφώς » ως επιστήμων βέβαια και ως καθηγητής

εφόσον το προφθάσαμε  επί ξυρού ακμής

κρούω τον κώδωνα λοιπόν για να συμμορφωθείτε μελομακάρονα σαφώς να μη  ξαναγευθείτε

στο χρονικό  διάστημα ως την πρωτοχρονιά, μετά μπορείτε πια μισό να τρώτε τη φορά

μισό ανά τριήμερο, ένα την εβδομάδα διότι ήδη ανήκετε σε ευπαθή ομάδα.

 Εντάξει , είπαμε γιορτές και ο καθένας θέλει να φάει μελομακάρονα , όμως κύριε Ψαρέλη

εσείς  το παρακάνατε κι ακούστε με καλά ούτ’ ένα πια από σήμερα  ως την πρωτοχρονιά

Μπορεί να είσαστε λεπτός, και άκρως υγιής και για να είμαι  σύντομος  αλλά κι ειλικρινής

χοληστερίνη χαμηλή, ζάχαρο χαμηλά πίεση, ακροαστικά, όλα πολύ καλά,

όμως αν συνεχίσετε μ’ αυτή την τακτική σας  βλέπω πολύ σύντομα εις την εντατική . . . »

Κι αφού κάπως ησύχασα πως δεν ήτο το . . . άλλο πήρα λίγο τα πάνω μου σκέφτομαι τι να κάνω

γιατί  δεν λέω ως γιατρός ,διδάκτωρ στη Βοστόνη καλά τα λέει, έλα ντε  όμως που   δεν  κουμπώνει

 η μπλούζα του η ιατρική  πάνω απ΄την κοιλιά του γιατί  πώς να το κάνουμε τα είχε τα κιλά του

κι αντί να δει τα χάλια του και δίαιτα ν’ αρχίσει μήπως χάσει λίγα κιλά  για να αδυνατίσει

σε μένα βρήκε να τα πει που είμαι τόσο  ωραίος τόσο λεπτός , ερωτικός και μια ζωή  μοντέλος,

 οπότε δεν κρατήθηκα και ευθαρσώς  του λέω:

-« Γιατρέ μου είναι δυνατόν ?  δεν σας  αμφισβητώ, όμως  μ’ αυτά που άκουσα  συνέβη  να σκεφτώ

πως νύχτα το πτυχίο σας το πήρατε με μέσο εγώ είναι αδύνατον όταν κάτι αρέσω

να κάνω τόση αποχή  με άριστη υγεία και σας ρωτώ αν υποστώ μια  υπογλυκαιμία?

Θα κάνω ότι  είπατε , μισό ανά τρεις μέρες, οι νύχτες άρα ελεύθερες θα τρώω  τρεις πιατέλες,

για κουραμπιέδες  βέβαια δεν  είπατε κουβέντα άρα έχω ελεύθερο, τους τρώω με μερέντα,

είναι δικιά μου συνταγή, αφού την άχνη  γλύψω μεσ’ τη μερέντα τους βουτώ πριν τους καταβροχθίσω.

Και  πάμε στα σιροπιαστά , πρώτα στον μπακλαβά, γιατί  συνοφρυώνεσαι  και βλέπετε  λοξά?

ένα ταψάκι μπακλαβά  και ένα σαραγλί νομίζω  είστε σύμφωνος , σαν δόση είναι καλή

γιατί  τι  άλλο έχουμε έτσι «φυλακισμένοι» στο σπίτι όλοι έγκλειστοι το μόνο που μας μένει

μέρες  «χρονιάρες»  άχρονες κι  άχρωμες  δίχως κέφι δίχως παιδιά  για κάλαντα με τρίγωνα στο χέρι

με κλειδωμένες εκκλησιές , με τους δικούς μας χώρια, χρειάζονται  λίγα γλυκά να φύγει η στεναχώρια

μα και παράλληλα για τεστ στην όσφρηση και γεύση μ΄ αυτόν τον κοροναϊό τον πούστη, τον μπαμπέση

που μπλέξαμε  στα ξαφνικά και κυνηγά τους πάντες κι ίσως μου πείτε πως για τεστ  γιατί δεν  τρώω μπάμιες?

Μπάμιες να φας εσύ γιατρέ και όλο σου το σόι που θα μου πεις να φάω εγώ κι αν θέλεις μάθε ότι

χίλιες φορές εντατική  διασωληνομένος και μακαρίτης δέχομαι τέζα και πεθαμένος

μα μπάμιες αποκλείεται να φάω στη ζωή μου σκασίλα για την γεύση μου και για την όσφρησή μου.


Καλά Χριστούγεννα λοιπόν σε όλες και σε όλους

καθίσετε στο σπίτι σας  μη βγαίνετε στους δρόμους

γιατί  σφαίρες τα πρόστιμα πέφτουν σαν το χαλάζι

καθότι τους αρμόδιους πάρα πολύ τους νοιάζει

μήπως κολλήσουμε ιό ο ένας  απ΄τον  άλλο


. . . Θου, Κύριε,  τω στόματι,  δεν θέλω ν΄ αμαρτάνω. . .

Εμμέτρως πλην σαφώς . . . 

Share:

Η ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΜΟΥ ΤΡΑΜΠΟΥΚΑ Χριστουγεννιάτικο Αφήγημα

Κάθε χρόνο τις γιορτές το δώρο του θείου μου ήταν μια καινούρια τραμπούκα. Μουσικός βλέπεις ο ίδιος τι άλλο δώρο θα μου 'κανε για να με μπάσει στα κόλπα της μουσικής.

 Και γιατί κάθε χρόνο άλλη;

 Μα για τον απλούστατο λόγο πως μικρούλης καθώς ήμουνα, η τραμπούκα γλιστρούσε από τα άπειρα μικρά χέρια μου και γινόταν χίλια κομμάτια στο πάτωμα. Περιττό να πω το κλάμα που έκανα γιατί έχανα ένα από τα πιο αγαπημένα παιχνίδια μου, αλλά και από τις φωνές της μάνας μου, που έπρεπε γιορτιάτικα να μαζεύει τα σπασμένα μου.

Ναι! Πράγματι η τραμπούκα ήταν ένα από τα αγαπημένα μου. θες το σχήμα της, ο βαθύς και ήπιος ήχος της, που δεν έμοιαζε με τα τουμπανάκια και τα κουδούνια, η αίσθηση στα δάχτυλα και η επαφή με την φούσκα; Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με έκανε να τη θέλω τόσο. Όσο μεγάλωνα, μεγάλωνε και η τραμπούκα του θείου. Μόλις την έφερνε, παραμονές Χριστουγέννων, της έβαζε ένα σχοινάκι εμπρός και μετρώντας τις διαστάσεις μου, το έδενε στο πίσω μέρος. Κι εγώ καμαρωτός και κορδωμένος, άρχιζα όλο χαρά να τραγου­δώ τα κάλαντα για να τον ευχαριστήσω. Εκείνος, χαρούμενος πως το δώρο του έπιασε τόπο, μου έδινε και μποναμά επί πλέον.

Σιγά - σιγά περνούσαν τα χρόνια και πήγα στο σχολείο. Ο αυθορμητι­σμός άρχισε να δίνει τη θέση του στη λογική. Ήμουν πολύ ντροπαλός και συ­νεσταλμένος, αλλά και πιο προσεκτικός. Δεν ξανάσπασα ποτέ πια τραμπούκα, παρά ένα μόνο μικρό κομμάτι στο πίσω μέρος και τη φούσκα που έμαθα να την αλλάζω μόνος μου. Κατέβαινα στη Χώρα, στα χασαπιά κι αγόραζα μια κα­λή φούσκα, χωρίς νεύρα και πετσιά. Αφού την έβρεχα σε χλιαρό νερό την τέντωνα πάνω στην τρύπα της τραμπούκας και την έδενα μ' ένα σπάγκο. Για καλύτερη ακουστική, το κούρδισμα γινόταν πάνω από τη σόμπα, τρίβοντας την απαλά με τις ψίχες των δακτύλων μέχρι να ακουστεί ο κατάλληλος ήχος.

Τις παραμονές ντυνόμαστε καλά και βγαίναμε δύο -δύο στην γειτονιά για τα κά­λαντα. Στην αρχή πηγαίναμε σε συγγενικά σπίτια για να ξεθαρρέψουμε και στη συνέχεια σε ξένα, χωρίς όμως να ξεμακραίνουμε και πολύ από το σπίτι. Όλοι οι φίλοι και οι συμμαθητές μου, καθώς περνούσαν τα χρόνια, προσπαθούσαν να με πείσουν να κατέβω μαζί τους την παραμονή στη Χώρα. Εκεί μάζευαν πολλά λεφτά από τα κα­ταστήματα. Έδιναν τάλιρα και δεκάρικα μερικές φορές. Όχι φραγκάκι φραγκάκι!!!

- Έλα μαζί μας κι εσύ που παίζεις ωραία τραμπούκα , μου λέγανε. Μα εγώ, τίποτα. Ντρεπόμουν.

Μια χρονιά, παραμονή Πρωτοχρονιάς, θυμάμαι που ο καιρός ήταν γλυκός, συννεφιά μεν αλλά ούτε βροχή ούτε κρύο. Εκείνη τη φορά πήρα τη συγκατάθεση της μάνας μου και κατέβηκα μαζί με τους άλλους στη Χώρα με τα πόδια. Εκείνοι ήξεραν τα κατατόπια. Χωρι­στήκαμε σε ομάδες για να καλύψουμε όσο μεγαλύτερη περιοχή μπορούσαμε. Εγώ μαζί με το Λάμπρο πήραμε τα Μαυροπαπουτσίδικα μέχρι το Μπαλουκ-χανά.

Όμως τι ήταν ετούτο που μας έτυχε. Στο πρώτο μαγαζί που μπήκαμε και πριν καλά-καλά προλάβουμε να αρχίσουμε τα κάλαντα, ακούμε από πίσω μας μια στριγκλιά που έσπασε η χολή μας. Ένα κλαρίνο κι ένα ντέφι έπαιζαν τόσο δυνατά, που δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας για να φύγουμε. Ευτυχώς! πριν αρχίσει καλά -καλά ο γύφτος, ο υπάλληλος τον σταμάτησε και αφού εκείνος μας εκτόπισε με τη χοντρή κοιλιά του, πέρασε στο ταμείο να πάρει τα χρήματα που του πρόσφερε ο καταστηματάρχης για να τον βγάλει από το κε­φάλι του. Έδωσε και σε μας κάτι χωρίς να τα πούμε.

Εντύπωση μου έκανε η φουκαριάρα η μαϊμού. Την έσερνε πίσω του αλυσοδεμένη και αυτή κοίταζε όλους με αδιάκριτη περιέργεια. Άραγε τι σχέση έχει η μαϊμού με τα Χριστούγεννα; Αναρωτήθηκα. Κρατούσε κι καθρεφτάκι κι ένα άδειο κραγιόν. Τότε πρόσεξα τα χείλια της που ήταν κατακόκκινα. Δεν άργησε ο γύφτος να κάνει το νούμερό του.

-Τι κάνει η Αλίκη Βουγιουκλάκη πριν βγει στο θέατρο; Την ρώτησε. Εκείνη του έριξε μια ματιά ως επιβεβαίωση της εντολής και άρχισε να τρίβει το τελειωμένο κραγιόν στο πρόσωπό της ενώ κοιταζόταν μέσα στο θαμπό και ραγισμένο καθρεφτάκι της. Γέλασα, αλλά κατά βάθος την λυπήθηκα. Τι τραβάει το ζωντανό… σκέφτηκα.

Βγαίνοντας πήραμε διαφορετική κατεύθυνση από το γύφτο για να μην ξαναβρεθούμε μαζί και πήραμε το επόμενο στενό. Εκεί, συναντήσαμε άλλο θέαμα. Ένας τσιριχτός ήχος που έβαινε μέσα από ένα τουλούμι. Κάποιος το ζουλούσε στη μασχάλη του κι αυτό έσκουζε. Ο άλλος χτυπούσε με μανία ένα τουμπί που είχε κρεμασμένο μπρος του. Πριν προλάβουμε να μπούμε στα μαγαζιά, χωνόταν αυτοί. Ωχ. Κατέβηκαν οι Αγιωργούσοι! Είπε κάποιος. Δυο μαντιλοδεμένοι με κεχριμπαρένιες μαντίλες, θαρρείς και κάποιος πριν τους έσπασε το κεφάλι, έπαιζαν τα κάλαντα με γκάιντες.

- Άηντες!!! είπα­με τότε κι οι δυο μας. Δεν πρόκειται να σταυρώσουμε φράγκο με όλους ετού­τους που βρέθηκαν στο δρόμο μας.

Μέχρι που πέσαμε πάνω σε ένα τσούρμο με προσκόπους. Μου άρεσαν οι πρόσκοποι με τα μεγάλα καπέλα, τις κονκάρδες και τα μαντηλάκια στο λαιμό. Έπαιζαν και ωραία τυμπανοκρουσία που με συνεπήρε και τους ακολουθήσαμε για λίγο μέχρι την Απλωταριά. Σαν σε παρέλαση!!

Αλλάξαμε πάλι σοκάκι, και τούτη τη φορά είμαστε πιο τυχεροί. Πέσαμε σε μια γειτονιά που πολλά απ’ τα σπίτια είχαν ένα κόκκινο φωτάκι στην εξώπορτα. Ρώτησα τον Λάμπρο αλλά δεν ήξερε γιατί τα είχαν. Ήταν ήσυχα. Μόνο πιτσιρικάδες και κάποιοι φαντάροι τριγύριζαν. Οι κυρίες με τα φανταχτερά φορέματα και τις πλεκτές μπέρτες, μας έδιναν αρκετά. Ένα γραμμόφωνο έπαιζε λαϊκά στο γωνιακό καφενείο. Παραφωνία μεν, ωραία δε. Τι να πεις. Ο κόσμος διασκεδάζει τέτοιες μέρες όπως μπορεί. Ε, κι ο θείος μου παίζει μπουζούκι στους «Τρεις μύλους», δεν λέει μόνο τα κάλαντα!!

Εκεί όμως που έπεφτε το πιο χοντρό μπαξίσι ήταν στα χασαπιά. Οι χασάπηδες ήταν πάντα ανοιχτοχέρηδες. Το φυσούσαν και ειδικά τέτοιες μέρες ο κόσμος άφηνε πολλά λεφτά για τα κρέατα. Αν και μου ερχόταν μια αναγούλα από την μυρωδιά του ωμού κρέατος, συνεχίσαμε μέχρι που φτάσαμε στο νονό μου. Χασάπης κι αυτός, έχει χοντρό πορτοφόλι και βέβαια απολάμβανα πάντα πολύ καλά δώρα. Αφού του τα είπαμε και τα ξαναείπαμε για το συνεταίρο του, βγάζει ένα πενηντάρικο… πω πω. Ένα χάρτινο μπλε πενηντάρικο.

-Αυτά για την παρέα. Μου λέει. Και αυτό για σένα. Ανοίγω το χέρι μου και μου βάζει μέσα ένα τεράστιο ασημένιο νόμισμα. Άστραφτε!! Είχε γύρω γύρω χαραγμένους όλους τους βασιλιάδες και στη μέση την σημαία… Τριάντα δραχμαί!!! Τρελάθηκα από τη χαρά μου. Το περιεργαζόμουν για ώρα μέχρι που ο Λάμπρος μου είπε να φεύγουμε. Φίλησα το χέρι του νονού, του ευχήθηκα και προχωρήσαμε προς τον Μπαλουκ-χανά.

Το Τζαμί γύρω γύρω το είχαν πάρει οι άλλοι αλλά ποιος μας ήξερε; Έτσι αποφασίσαμε να το πάρουμε μια γύρα κι εμείς. Μοσχομύριζαν τα μπαχάρια και τα αρώματα. Απέναντι τα μανάβικα διαλαλούσαν τα φρούτα και τα σαλατικά τους. Όμως αυτοί οι μανάβηδες, δεν ήταν σαν τους χασάπηδες. Μας έδιωχναν γιατί μπλέκαμε ανάμεσα στους πελάτες τους.



Φεύγοντας πέσαμε πάνω σε ένα καραβάκι. Ήταν ολόφωτο και στολισμένο με χρωματιστά σημαιάκια!! Οι καμινάδες κάπνιζαν σαν αληθινές. Τι όμορφο! Είχαν βάλει φωτιά στο καζανάκι και ο ατμός έκανε τη σφυρίχτρα να αντηχεί σε όλη την πλατεία. Χωρίς να το περιμένουμε, ο κανονιέρης έριξε και δυο κανονιές που μας έκανε να πεταχτούμε από τον ξαφνικό κρότο. «Την καλησπέρα έφερα με ένα διαμάντι φίλο. Με ρόδα και τριαντάφυλλά χρόνια πολλά να στείλω..» τόσα πολλά παινέματα.. που να τα θυμάσαι. «Σ αυτό το σπίτι που ‘θαμε τα ράφια είναι ξυλένια, του χρόνου σαν ξανάρθουμε να ναι μαλαματένια. Σ αυτό το σπίτι πού ‘ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει. Έχεις και γιο και μονογιό και κόρη, μονοκόρη. Καπετανάκι να το δεις σ’ ελληνικό βαπόρι…άντε να πα να φύγουμε κι η ώρα πλησιάζει και τ’ αστεράκια τ’ ουρανού ρίχνουν ψιλό τ’ αγιάζι…»

Με τούτα και με κείνα φτάσαμε στο σημείο συνάντησης με τους υπόλοιπους της παρέας. Βάλαμε όλα τα φράγκα μας μέσα σε ένα καπέλο και άρχισε η μοιρασιά. Άμα πήρα το μέκι μου, κατάλαβα πως πράγματι άξιζε τον κόπο . Διακόσιες πενήντα δραχμές μά­ζεψα, τότε. Χώρια το τριαντάρικο του νονού μου. Κι αμέσως πήγα να τα τοκίσω. Καθώς γύριζα 'στα μαγαζιά μου γυάλισαν δυο κουμπαράδες ο Χοντρός και ο Λιγνός. Είκοσι δραχμές ο ένας είχε. Τους πήρα δώρο στην αδελφή μου και σε μένα. Για την Πρωτοχρονιά.

Γρήγορα με την παρέα πήραμε το δρόμο για το σπίτι, ευχαριστημένοι και χαρούμενοι. Καθώς παίζαμε και χοροπηδούσαμε ανέμελα, σκοντάφτω και τσακ! Μια η τραμπούκα μου πάνω σ' ένα στύλο. Τότε ήταν που έσπασα το πίσω μέρος της. Παρ όλα τα καλά δεν ξανακατέβηκα στη Χώρα. Προτιμούσα τη ήσυχη γειτονιά μας με τους γνωστούς και τους συγγενείς που έδιναν λιγό­τερα λεφτά αλλά πιο πολύ Χαμόγελο.

Του Μπάμπη Κοιλιάρη




Υ.Γ Η «Τραμπούκα» είναι το Χιώτικο πήλινο μουσικό όργανο, το οποίο παραδοσιακά συνοδεύει τα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

Share:

Η ΙΣΤΟΡΊΑ ΌΛΩΝ ΜΑΣ🌿🇬🇷

- Μπαμπά, τι γιορτάζουμε σήμερα; Ρώτησε ένα αγοράκι που ανέμιζε μηχανικά μια μικρή πλαστική Ελληνική σημαία την ώρα της παρέλασης.

Ο μπαμπάς πίρε αγκαλιά το αγοράκι ώστε εκείνο να βλέπει καλύτερα και του ψιθύρισε οτι θα του απαντήσει στο σπίτι, όταν γυρίσουν.

Η παρέλαση τελείωσε, τα αγήματα αποχώρησαν, τα εμβατήρια σίγασαν, οι μπάντες ξαπόσταιναν, οι φωτογράφοι αποσύρθηκαν και ο κόσμος έσπευδε να πιάσει στασίδι σε καφετερίες και ταβέρνες.


Ο μπαμπάς με τον γιο γύρισαν σπίτι. Εκεί το αγόρι αφού έβγαλε τα καλά του και φόρεσε τη φόρμα του, έτρεξε και υπενθύμισε στο μπαμπά την ερώτηση.

Εκείνος πήγε στο γραφείο του κι έβγαλε από έναν φάκελο μια φωτογραφία. Την έκρυψε διακριτικά στον κόρφο του και πήρε το αγόρι αγκαλιά στην πολυθρόνα.

- Πριν κάποια χρονιά, πολύ πριν γεννηθείς κι εσύ άλλα κι εγώ ακόμα, κάποιοι ξένοι αποφάσισαν να κατακτήσουν τον κόσμο. Μάνο που το αποφάσισαν μόνοι τους. Και θέλησαν να το κάνουν με όπλα.

Σκοτώνοντας όσους αντισταθούν. Έτσι λοιπόν έστελναν απεσταλμενους σε διάφορα κράτη ζητώντας τους να παραδοθούν.

Έστειλαν και στην Ελλάδα έναν τέτοιον. Ο απεσταλμένος αυτός γύρισε πίσω με έναν φάκελο που έγραφε μια λέξη με τρία γράμματα.

ΟΧΙ.

Ένα ΟΧΙ που σφηνώθηκε στα μυαλά των στρατιών του κόσμου και βάλθηκαν να κλείσουν τα στόματα αυτόν που το υπερασπιστηκαν.

Μάταια.

Άλλωστε, η Ελλάδα ανέκαθεν γεννούσε Ελληνες.

Και, δεν πολεμάνε οι Ελληνες σαν ήρωες μα οι ήρωες πολεμάνε σαν Ελληνες.

Αυτο νευρίασε πολύ τους επίδοξους κατακτητές. Αποφάσισαν να εξαφανίσουν απο τους χάρτες τη χώρα μας. Γι’ αυτό έστειλαν τις στρατιές του κόσμου ολάκερου. Ιταλούς, Βούλγαρους, Αλβανούς, Γερμανούς. Και μας πολεμούσαν με λύσσα.

Όσο έβλεπαν ότι οι Ελληνες δεν έπεφταν, τόσο λυσσουσαν. Και τόσο θεριευαν την επίθεση. Στα χιονισμένα βουνά. Στις ταραγμένες θάλασσες. Στις ανεμοδαρμενες κορυφές. Στο μπλε του ουρανού μας. Μας χτυπούσαν παντού. Κι εμείς τί ήμασταν; Μια χούφτα λαός.

Αν βγάλεις τους γέροντες, τις γυναίκες και τα παιδιά, τι έμενε; Εδω όμως ήταν το λάθος τους.

 Υπολόγισαν χωρίς όλους αυτούς.

Στον πόλεμο αυτόν πήραν μέρος όλοι παιδί μου. Οι γέροντες κράτησαν όπλο. Οι γυναίκες φρόντιζαν τους πολεμιστές. Πολλές από αυτές πολέμησαν πιο γενναία κι από άντρα. Τα παιδιά έκλεβαν ο,τι μπορούσαν και το έδιναν στους δικούς μας. Και οι άντρες μας…

Οι αντρες μας σ’ αυτον τον ατελειωτο χειμωνα σταθηκαν ορθιοι μπροστα στο θανατο. Τον εφτυσαν στα μουτρα και φωναξαν μια λεξη που αντηχησε στα περατα της γης.

ΑΕΡΑ φώναξαν και σείστηκε το σύμπαν. Κι ακούστηκε και στα έγκατα του Αδη και τρόμαξαν οι εχθροί.


219 μέρες γράφουν τα βιβλία αντιστάθηκαν τα παλικάρια αυτά.

 Χωρίς φαγητό, χωρίς νερό, χωρίς όπλα πολλές φόρες, χωρίς ρούχα ζεστά, χωρίς πολεμοφόδια, χωρίς ανάσα. Κι έπαιρναν στη πλάτη τους λαβωμένους κι έτρεχαν στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου να σώσουν ο,τι μπορούσε να σωθεί. Και να ξαποστάσουν μια σταλιά.

 Και μετά πάλι στα χιόνια, με παγωμένα χέρια και πόδια να δαγκώνουν τα χείλη τους και να προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους ότι δεν έπαθε κρυοπαγήματα, δεν είναι ματωμένοι, δεν είναι ετοιμοθανατοι. Γιατί αν το πίστευαν αυτό τότε ο εχθρός θα έφτανε στις γυναίκες και τα παιδιά τους. Σε εμάς.

Και σκοτώθηκαν πολλοί. Ούτε ένας μάταια όμως. Κάθε σπίτι έχει κι από έναν σκοτωμένο. Κάθε σπίτι έχει κι από έναν ήρωα. Κάθε σπίτι έχει έναν λόγο να θρηνεί. Και τον ίδιο ακριβός λόγο να υπερηφανευεται.

Κι έτσι εμείς οι Ελληνες έχουμε όλοι σχεδόν από μια τέτοια φωτογραφία (βγάζει την φωτογραφία και την δείχνει στο αγόρι).

Το αγόρι αφού την επεξεργαστηκε για μερικά δευτερόλεπτα, σκύβει και φιλάει την κενή στολή.

- Μπαμπά η στολή αυτή ήταν του παππού, του μπαμπά σου δηλαδή;

- Ναι παιδί μου, του παππού απάντησε βουρκωμένος ο μπαμπάς.

- Μπαμπά, κατάλαβα τι γιορτάζουμε σήμερα. Μάνο που δεν ξέρω αν είναι μέρα χαράς ή λύπης.

Δεν μου αρέσει ο πόλεμος. Παίρνει τους ανθρώπους και αφήνει τις στολές.

Ο πατέρας έσφιξε στην αγκαλιά το αγόρι και φίλησε ευλαβικά κι εκείνος την στολή.

Την στολή που φιλοξενεί την ψυχή της Ελλάδας.

Χρόνια πολλά Ελλάδα.


Share:

old, but never old

Στο σχολείο δεν περνούσα καλά. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που νοσταλγούν τα μαθητικά τους χρόνια. Μετά, όταν σπούδαζα, πέρασα καλά, γυμνάσιο και κυρίως λύκειο όμως, ήταν μαύρη περίοδος… Κυρίως λύκειο, πόσο άσχημη περίοδος Χριστέ μου.


 Δεν είχα παρτίδες με τα άλλα παιδιά, μόνο με την κολλητή μου, απομονωμένες από επιλογή μας, δεν υπήρχε κανένα σημείο επαφής με τα άλλα παιδιά, με τους καθηγητές, με τους γονείς μου σπίτι, ξυπνούσα και κοιμόμουν με την επιθυμία να εξαφανιστώ, να αρχίσω να τρέχω κ να μην σταματήσω μέχρι να είμαι μακριά από όλους και όλα.. να χαθώ στο πλήθος, ανάμεσα σε αγνώστους. Οι γνωστοί με απωθούσαν.


Είχα στοχοποιηθεί από συγκεκριμένα παιδιά. Χωρίς λόγο. Χωρίς κανέναν γμημέν0 λόγο. Λες και τράβηξαν λαχνό, “ποιανού θα κάνουμε φέτος τη ζωή, εφιάλτη;” Και τράβηξαν το χαρτάκι με το όνομα μου. Δεν τους είχα πειράξει, πως με ξεχώρισαν ανάμεσα στο πλήθος και γιατί;


Ναι, ασφαλώς θυμάμαι τα ονόματά τους. Τις φάτσες τους. Μέχρι κ τις μυρωδιές τους, όταν με πλησίαζαν, γιατί μου προκαλούσαν ναυτία. Τους έχω ψάξει κ στο φμπ, ποζάρουν περήφανα σε σέλφις, αγκαλιά με τους/τις συντρόφους τους, με τα παιδιά, με τα κατοικίδια τους. Και κρατιέμαι με το ζόρι, να μη γράψω κάτω από αυτές τις φωτός: “ΣΕ ΘΥΜΑΜΑΙ. ΣΕ Μ1ΣΩ ΑΚΟΜΑ”


Δυστυχώς, δεν ήμουν καν, ο μόνος λαχνός που είχαν τραβήξει. Πολλά παιδιά υπέφεραν.


Μια φορά στο σχολείο, με είχαν κολλήσει σε έναν τοίχο επειδή λέει ήμουν “φρικιό” και με έφτυσαν – φορούσα μαύρο τζην κ μαύρη μπλούζα, άκουγα ροκ κ χεβι μεταλ κ όχι ελληνικά (ναι, προφανώς είχε σημασία τότε κ η μουσική που άκουγες σε χαρακτήριζε σε σημείο αποξένωσης σου από το σύνολο) – δεν διάβαζα τα μαθήματα του σχολείου, ήμουν μέτρια μαθήτρια, αλλά είχα διαβάσει πιο πολύ λογοτεχνία από τις εκάστοτε φιλολόγους μας, προσπαθούσα να αποφεύγω να περάσω από τον διάδρομο του ισογείου με το ράφι με τα βιβλία, γιατί συνήθως μου πετούσαν βιβλία στο κεφάλι, και το χειρότερο από όλα αυτά ήταν πως, δεν ήμουν καν το παιδί που κορόιδευαν περισσότερο από άλλα. Συγκριτικά μάλλον την έβγαλα καθαρή, υπήρχαν πολλά παιδιά συμμαθητές μου, που τυραννιόντουσαν περισσότερο… Η σπυριάρα, ο χ0ντρός, ο σιδερ0δόντης, ο καθυστερημέν0ς, η ψε1ριάρα, ο Αλβανός, η γύφτ1σσα… Εγώ ήμουν η Μάτζικα Ντε Σπελ. (Αδύνατη, μαύρα ρούχα, πολλά μαύρα μαλλιά, αντικοινωνική, do the math… Η οποία, Μάτζικα, τώρα που το σκέφτομαι ήταν κ γμώ τα τυπάκια, δηλαδή τώρα θα το έπαιρνα ως παράσημο να με έλεγαν έτσι, τότε όμως… με ζόριζε)


Ένα μεσημέρι Παρασκευής, χειμώνας ήταν, γύρισα σπίτι, και ήταν όλα δύσκολα. Οι γονείς μου είχαν σκ0τωθεί πάλι μεταξύ τους, ήταν λίγο πριν τον οριστικό χωρισμό τους – το σχολείο μου φαινόταν πως δεν θα τελείωνε ποτέ, ένιωθα άσχημη και χαζή, κρύωνα πολύ. Μέσα μου, κρύωνα πολύ, δεν μπορώ να σας το περιγράψω, το από μέσα μου, πίσω από το στομάχι μου κ μέσα στο μυαλό μου. Κρύωνα πολύ.


Θυμάμαι κάποιον.


 Δεν ήμουν ερωτευμένη μαζί του, ήμασταν πολλά χρόνια μαζί στo ίδιο τμήμα, τον συμπαθούσα. Ήταν καλός. Γελούσαμε με τα ίδια αστεία, ακούγαμε την ίδια μουσική και αν όλος ο κόσμος κατέρρεε (που το ευχόμουν συχνά) σκεφτόμουν πως αν έμενα μόνο εγώ και εκείνος ζωντανοί, δεν θα με πείραζε πολύ. Είπαμε, ήταν καλός.


Μα, εκείνη την Παρασκευή, που όλα ήταν δύσκολα για μένα, στο σπίτι, στο σχολείο, στο μυαλό μου, παντού.. και ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ήμουν πολύ κοντά σε αυτό που λέμε “όριο” στη ζωή ενός ανθρώπου (φανταστείτε πόσο πιο δραματικό είναι αυτό, όταν μιλάμε για ένα εφηβάκι…) ΕΚΕΙΝΗ την μέρα λοιπόν, εκείνη την Παρασκευή, σε ένα διάλειμμα, όπως ανέβαινα τη σκάλα του σχολείου, πέρασα μπροστά από μια παρέα αγοριών, ανάμεσα τους και εκείνος, αναθάρρησα. Ενώ κανονικά θα έσκυβα το κεφάλι, γιατί ΗΞΕΡΑ πόσο σκατ0μαλάκες ήταν αυτή η παρέα και επιδίωκα να περάσω απαρατήρητη επειδή τους φοβόμουν, ΕΚΕΙΝΗ τη μέρα, επειδή ήταν αυτός μαζί τους, σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά και χαμογέλασα. Επειδή ήταν εκείνος εκεί. Και ΕΚΕΙΝΟΣ ήταν φίλος μου.


Και αυτός με είδε. Και ένιωσε την ανάγκη προφανώς, να “ανήκει” κάπου. Να γίνει αποδεκτός κ ισάξιος με τους άλλους, είχε ανάγκη την επιδοκιμασία τους. Με οποιοδήποτε κόστος. Γύρισε προς εμένα και φώναξε ΔΥΝΑΤΑ, να ακουστεί καθαρά, “ΤΙ ΓΕΛΑΣ ΜwΡΗ ΒΡ0ΜΙΑΡΑ, ΦΡΙΚ0ΥΛΟ”


Πάγωσε ο χρόνος. Slow motion… Στα αυτιά μου αντηχούσαν επί ώρες τα γέλια, όλου του σχολείου εις βάρος μου.


ΒΡ0ΜΙΑΡΑ ΦΡΙΚ0ΥΛΟ.


Τατουάζ οι λέξεις στο μέτωπο μου, να το βλέπουν όλοι. 


Γιατί, ενώ έχουν περάσει τόσοι αιώνες από τότε, δεν έχει περάσει ούτε μία μέρα; Γιατί χαράχτηκε εκείνη η στιγμή με λέιζερ, στις εγκεφαλικές συνάψεις μου;


Εντάξει, δεν είμαι η Κάρρυ του Στήβεν Κινγκ, δεν τους εκδικήθηκα όλους αυτούς, δεν χυθήκανε κουβάδες με κόκκινη μπογιά στο κεφάλι μου και δεν τους αιματ0κύλισα ποτέ… Και το σχολείο τέλειωσα και από εκείνο το μπ0υρδέλ0 έφυγα και τον τύπο τον πέτυχα λίγο καιρό μετά που τελειώσαμε το λύκειο και έφαγε σκάλωμα μαζί μου “ρε συ, πόσο έχεις αλλάξει, τι όμορφη που είσαι” και τα αρχδια του πήρε εννοείται, όσο και να χτυπιόταν δεν έκανα ποτέ τίποτα μαζί του.


Εκείνη την Παρασκευή όμως, θα τη θυμάμαι όσο ζω. Γύρισα σπίτι από το σχολείο, οι δικοί μου να σκ0τώνονται στην κουζίνα, ούτε που με είδαν (καλά, ούτως ή άλλως κ όταν με έβλεπαν, αόρατη ήμουν για εκείνους τότε, είχαν τα δικά τους) – μπήκα στο δωμάτιο μου, ανάμεσα στο γραφείο μου κ το κρεβάτι μου υπήρχε ένα κενό, χώθηκα εκεί ανάμεσα και έριξα από πάνω μου μια χοντρή κουβέρτα. Κουλουριάστηκα να μη φαίνομαι, να μη βλέπω, να μην με βλέπει και κανείς.. Και έβγαλα το δάχτυλο μου από την κουβέρτα, μόνο για να πατήσω το play. ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ. ΩΡΕΣ. ΣΥΝΕΧΕΙΑ…


Νομίζω δεν σταμάτησε από τότε να παίζει. Ούτε μία μέρα. Καμιά φορά νομίζω πως δεν βγήκα καν από εκείνη την κουβέρτα, ανάμεσα στο γραφείο και το κρεβάτι μου. Μπορεί και να βγήκα, ή μπορεί απλά να χώνομαι εκεί κατά περιόδους.


Πάντα όμως με την ίδια μουσική. Non stop.


Για πάντα 15-16-17 χρονών.


You’re still alive

She said

Oh do I deserve to be?

Is that the question?

And if so, if so

Who answers?


Νομίζω ζω, εξ αιτίας του Eddie.

Share:

Η αποκεφάλιση του Προδρόμου


Σήμερα, 29 Αυγούστου, η Εκκλησία μας, φίλοι Χριστιανοί, γιορτάζει, κι εμείς μαζί της, την τρίτη μεγάλη γιορτή του καλοκαιριού: την αποκεφάλιση του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, μέρα πένθιμη και αυστηρά νηστήσιμη. 


Προηγήθηκαν η “Μεταμόρφωση” του Χριστού μας (6 Αυγούστου) και η “Κοίμηση” της Παναγίας μητέρας μας (15 Αυγούστου).


Αυτός ο Ιωάννης που γιορτάζουμε σήμερα, ονομάζεται και “Πρόδρομος” γιατί με τη ζωή του, τη διδασκαλία του και το έργο του προετοίμασε το δρόμο για τον ερχομό του Χριστού μας.


 Ο ίδιος άγιος ονομάζεται και “Βαπτιστής” γιατί εκτός του ότι δίδασκε τα πλήθη, βάπτιζε κιόλας τους μετανοούντες στον Ιορδάνη ποταμό και τον αξίωσε ο Θεός να βαπτίσει ακόμη και τον ίδιο το γιο του, τον Σωτήρα Χριστό (6 Ιανουαρίου).


Ο Πρόδρομος υπήρξε και “προφήτης” και μάλιστα ο πιο αξιόλογος απ’ όλους.


Κατέχει τη δεύτερη θέση στην ιεραρχία των αγίων της Εκκλησίας μας, μετά την Παναγία μας, και στο εορτολόγιο την τέταρτη θέση, μετά την Παναγία, τον Τίμιο Σταυρό (14 Σεπτεμβρίου) και τους Αγίους Αγγέλους και Αρχαγγέλους (8 Νοεμβρίου).


Ηταν συνομήλικος του Χριστού μας, μεγαλύτερός του κατά 6 μήνες και γιος του αρχιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ.

 Όταν μεγάλωσε, αυστηρός, ευσεβής και δίκαιος, λόγω χαρακτήρα και ανατροφής, αλλά και από Θεού φώτιση, αποσύρθηκε στην έρημο και έγινε ασκητής.


Εκεί ζούσε προσευχόμενος και μελετώντας την Αγία Γραφή.

 Για να ζήσει, τρεφόταν από το λιγοστό μέλι των άγριων μελισσών της ερήμου, από άγρια χόρτα και ακρίδες που έφερνε ο άνεμος στην περιοχή από την έρημο της Αραβίας.

 Φορούσε ένα χιτώνα από τρίχες καμήλας που τον έζωνε με μια δερμάτινη ζώνη.


Αργότερα εγκατάλειψε την έρημο και ήρθε στον Ιορδάνη ποταμό όπου δίδασκε τα πλήθη και τα προετοίμαζε για τον ερχομό του Χριστού, βάπτιζε δε στα νερά του ποταμού όσους μετανοούσαν και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. 


Απέκτησε πολλούς μαθητές και οπαδούς. 

Ο κόσμος τον σεβόταν και τον αγαπούσε. Πολλοί τον θεωρούσαν ως τον Μεσσία που περίμεναν και άλλοι ως μεγάλο προφήτη.


“Δεν είμαι εγώ ο Μεσσίας που περιμένετε”, τους απαντούσε εκείνος.

“Έρχεται μετά από μένα και εγώ δεν είμαι άξιος ούτε τα κορδόνια των παπουτσιών του να λύσω.

 Εγώ βαπτίζω με νερό, εκείνος με Πνεύμα Αγιο”.


Εκείνο τον καιρό βασιλιάς στην περιοχή ήταν ο Ηρώδης Αντίπας, ένας άνθρωπος άθλιος, θηλυμανής και ανήθικος, τόσο ανήθικος που είχε για γυναίκα του την Ηρωδιάδα, γυναίκα του αδελφού του, Φιλίππου, της ίδιας ποιότητας κι αυτή.


Ο αυστηρός και άφοβος Ιωάννης δεν μπορούσε να ανεχθεί αυτήν την πρόστυχη και αιμομικτική συμβίωση και συμπεριφορά του ζεύγους και τους ήλεγξε κατ’ επανάληψη και πολύ αυστηρά: “Ουκ εξεστί σοι έχειν την γυναίκα; Φιλίππου του αδελφού σου”, φώναζε στο βασιλιά ο Ιωάννης.

Το ζεύγος μίσησε αφάνταστα τον Ιωάννη και ιδίως η Ηρωδιάδα που ζητούσε από τον βασιλιά να τον θανατώσει. 

Εκείνος όμως φοβόταν την οργή του λαού και μια πιθανή εξέγερσή του, γι αυτό αποφάσισε τελικά αντί θανάτου να τον φυλακίσει.


Η Ηρωδιάδα όμως, που μ’ αυτή τη λύση δεν ικανοποιήθηκε, ζητούσε και περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία, για να εκδικηθεί τον Ιωάννη. 

Η ευκαιρία αυτή δεν άργησε δυστυχώς να φανεί. 

Καθώς  ο Πρόδρομος ήταν στη φυλακή, συνέβη ο Ηρώδης να γιορτάσει τα γενέθλιά του και είχε καλέσει στο παλάτι όλη την αφρόκρεμα του βασιλείου του.

 Στο συμπόσιο ήταν και η πανέμορφη και άριστη χορεύτρια, κόρη της Ηρωδιάδας, Σαλώμη.


Μετά το πλούσιο και έντονο φαγοπότι, τη γενική ευθυμία και το μεθύσι των περισσοτέρων προσκεκλη- μένων, συμπεριλαμβανομένου και του βασιλιά, άρχισε το γλέντι.

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε και η εντυπωσιακή και όμορφη Σαλώμη και χόρεψε.

Χόρεψε τόσο όμορφα, ίσως και προκλητικά, που μάγεψε τους πάντες και προπάντων το βασιλιά, ο οποίος συνεπαρμένος και ευχαριστημένος τής πρότεινε για να την ανταμείψει να του ζητήσει όποιο δώρο ήθελε, ακόμα και το μισό του βασίλειο και ορκίστηκε μπροστά σ’ όλους να την ικανοποιήσει. 


Η Σαλώμη, ύστερα από συνεννόηση με τη μητέρα της την Ηρωδιάδα, ζήτησε την κεφαλή του Ιωάννη “επί πίνακι”!


 Ο Ηρώδης αν και μεθυσμένος, έμεινε άναυδος.

 Φοβόταν το λαό, για να φθάσει σ’ αυτά τα άκρα.

Όμως ο όρκος που είχε δώσει στη Σαλώμη μπροστά σ’ όλους τον ανάγκασε τελικά να υποκύψει.

Σε λίγο, η κεφαλή του Αγίου “ασποτμηθείσα, ως οψώνιον εφέρετο, επί πίνακι, τοις ανακειμένοις. Ω, συμποσίου μισητού, ανοσιουργήματος και μιαιφονίας πλήρους! Αλλ’ ημείς τον Βαπτιστήν, ως εν γεννητοίς γυναικών μείζονα, επαξίως τιμώντες μακαρίζομεν”.


Η νηστεία που τηρούμε. 


Σήμερα, είναι μέρα πένθιμη και τηρούμε αυστηρή νηστεία (αλάδωτο, δεν τρώμε λάδι)σε ένδειξη πένθους για την άδικη θανάτωση του αγιοτέρου ανθρώπoυ της παγκόσμιας Ιστορίας (Aνώτερη από τον Πρόδρομο είναι μόνο η Παναγία).


Η νηστεία εξάλλου που συνηθίζεται κατά την ημέρα αυτή, δηλαδή, στις 29 Αυγούστου, συνοδεύεται με την αποφυγή παντός το οποίο προσομοιάζει με το αίμα που έτρεξε από την κεφαλή του.

Για το λόγο αυτό σε πολλά μέρη της πατρίδας μας, ιδιαίτερα της υπαίθρου, δεν τρώνε μαύρο σταφύλι, μαύρο σύκο, οποιοδήποτε μαύρο φρούτο, γιατί -όπως πιστεύουν- το αίμα του αγίου τα έβαψε!


Επίσης αλλού δεν τρώνε καρύδι, γιατί του έκοψαν το "καρύδι" του λαιμού.

Τέλος δεν πιάνουν μαχαίρι, και ό,τι κόβουν, το κόβουν με το χέρι.


Γενικά η νηστεία προς τιμήν του είναι καθολική από τον ορθόδοξο λαό μας.


 Οι άρρωστοι προσερχόμενοι στις εκκλησιές που πανηγυρίζουν στο όνομά του, τάζουν στον άγιο λάδι, λιβάνι, κερί ή πετεινό και κατσίκι, τα οποία σφάζονται κατά τη γιορτή του και παρατίθενται σε κοινό τραπέζι στους εκκλησιαζόμενους.

Share:

Οι φυλές των φασαίων, τι φάση ε;

Δεν είναι ενιαία κοινωνική κατηγορία, αλλά έχουν κοινά χαρακτηριστικά

Οι φασαίοι και οι φασαίες κατασκευάζουν την εικόνα τους καθημερινά - στις πόζες, στα stories, στη μουσική που παίζουν, στα μέρη που επισκέπτονται. Το βασικό κοινό τους χαρακτηριστικό είναι η συνεχής προβολή του εαυτού τους. Οι περισσότεροι αγαπούν τη φύση, κάνουν μαθήματα παραδοσιακών χορών και ρεμπέτικου τραγουδιού, είναι πάντοτε ευγενικοί και έχουν μια άποψη για τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα της Ελλάδας.

Οι τύποι φασαίων:

- Ο γυμναστηριακός φασαίος: Τεράστια μπράτσα, στενό T-shirt, κούρεμα skin fade, μπουφάν puffer με γυαλιστερή υφή και γυαλιά ηλίου Oakley. Χρησιμοποιεί άφθονα αγγλικά στις φράσεις του («bro», «flexάρει», «παίζει να φάμε καμιά μπριζόλα;»), ενώ οι φωτογραφίες του είναι σχεδόν πάντα στον καθρέφτη του γυμναστηρίου.

- Ο urban minimal φασαίος: Μαυρόασπρο ντύσιμο, oversized φούτερ, ακριβά sneakers (τύπου Yeezy), γεωμετρικό κούρεμα, τσάντα crossbody. Φωτογραφίζεται με urban φόντο και ψευδαισθητική διάθεση «less is more», παρόλο που όλα πάνω του δείχνουν μελετημένα.

- Η φασαία του Instagram: Νύχια τέλεια, φίλτρα παντού, μακιγιάζ επαγγελματικό, ντύσιμο που παίζει ανάμεσα στο sexy και το αδιάφορα chic. Δείχνει lifestyle, όχι καθημερινότητα. Πατάει γερά πάνω στην εικόνα που θέλει να προβάλλει και ελέγχει το Instagram σαν CEO.

Νύχια τέλεια, φίλτρα παντού, στήσιμο, πόζα και ντύσιμο που παίζει ανάμεσα στο sexy και το αδιάφορα chic.

- Ο κυριλο-φασαίος και ο χιπο-φασαίος: Ιδια δομή, διαφορετικό περιτύλιγμα. Ο ένας το παίζει κοσμικός, τον τραβάνε η λάμψη, το name dropping και ό,τι πρωτανοίγει σε Κολωνάκι, Κηφισιά και Γλυφάδα. Τον περιφρονούν ως ξένο σώμα. Ο άλλος το παίζει μποέμ, λατρεύει το τσάμπα και ό,τι ανοίγει σε Κεραμεικό, Πετράλωνα, Κυψέλη - προτού γίνει στέκι, εννοείται. Δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν, απλά μισιούνται.

- Ο υπερ-φασαίος: Αλλάζει γειτονιά για να πάει σε μια πιο ψαγμένη λαϊκή. Τα δίνει όλα για ένα post, μια πόζα, ένα κάλεσμα και είναι πάντα έτοιμος να παρουσιαστεί όπου τον καλεί η «φάση» 365/7.


Οι φασαίοι κατασκευάζουν την εικόνα τους και Ο Ανα-φασαίος: Εξαφανίζεται μέσα Ιουνίου γιατί πολύ απλά ξεκαλοκαιριάζει στην Ανάφη.

protothema!
Share:

ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ

> Ελπίζουμε να βασιστούμε σε πιστούς αναγνώστες και όχι σε ακανόνιστες διαφημίσεις. Ευχαριστώ!

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Blog Archive

Recent Posts